Serres-politismos.gr

Ημερολόγιο Πόλεως - Σέρρες

 Μουσική - Θέατρο - Κινηματογράφος - Εκθέσεις - Μηχανοκίνητος Αθλητισμός - κ.α. 


Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΛΕΣΧΗ κινηματογραφικη λεσχη ¨Στιγμές της Πόλης¨

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου στις 7.30 μ.μ.

η μυστικη λεσχη

Προβολές: Μόνο μια προβολή στις 7.30 μ.μ.

Παραγωγή: Χιλή

Σκηνοθεσία: Πάμπλο Λαραΐν.

Πρωταγωνιστούν:

  • Ρομπέρτο Φαρίας,
  • Αντονία Ζέγκερς,
  • Αλφρέντο Κάστρο,
  • Αλεχάντρο Γκόιτς,
  • Αλεξάντρο Σίβεκινγκ,
  • Ζεμ Βαντέλ,
  • Μαρτσέλο Αλόνσο,
  • Φραντσίσκο Ρέγιες,
  • Χοσέ Σόζα.

Διάρκεια: 98 λεπτά.

Κατηγορία: Δραματική.

Χαρακτηρισμός: Κατάλληλο άνω των 15.

Περίληψη:  Μια ομάδα ιερέων διαφόρων ηλικιών ζουν με την καλόγρια Μόνικα σε ένα σπίτι στις χιλιανές ακτές. Όταν δεν προσεύχονται, προπονούν τον γρήγορο σκύλο τους για μια νέα κούρσα. Άγνωστο το τι τους οδήγησε σε αυτό το «τέρμα του κόσμου», όπου ένα παγερό αεράκι φυσάει συνεχώς. Όταν καταφτάνει ακόμα ένας ιερέας, εμφανίζεται ένας άντρας κι εξαπολύει ισχυρές κατηγορίες για αυτόν. Η φωνή του ολοένα και δυναμώνει, όταν ακούγεται ένας πυροβολισμός. Ο ιερέας έχει αυτοκτονήσει. Η εκκλησία θα στείλει έναν επιθεωρητή, αλλά δεν είναι σίγουρο αν θέλει να εξιχνιάσει την αλήθεια ή να κρατήσει όρθιο το θρησκευτικό φρόνημα.

Βραβεία / Συμμετοχές:
Επίσημη Υποψηφιότητα της Χιλής για Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας το 2016
Αργυρή Άρκτος, Μεγάλο Βραβείο Επιτροπής, 65ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου
Βραβείο Καλύτερης Ταινίας, Φεστιβάλ Φανταστικού Κινηματογράφου του Όστιν 2015
Υποψήφια για Βραβείο Καλύτερης ταινίας, Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σικάγο το 2015

 

 

Κριτικές:
Λυδία Γαληνού – FLIX: Πέντε άνθρωποι, τέσσερις άντρες και μια γυναίκα, ζουν μαζί σ ‘ένα σπίτι δίπλα στη θάλασσα. Καθαρίζουν, μαγειρεύουν, περνούν τον ελεύθερο χρόνο τους εκπαιδεύοντας τον σκύλο τους, που παίρνει μέρος σε αγώνες, κερδίζει και τους φέρνει ένα σωρό λεφτά. Αυτοί οι πέντε άνθρωποι δεν είναι τυχαίοι: είναι άνθρωποι του Θεού, καθολικοί ιερείς και μια καλόγρια, που δεν ασκούν πια το λειτούργημά τους. Γιατί έχουν όλοι αμαρτήσει. Ο ένας βίαζε ανήλικα αγόρια, ο άλλος πουλούσε βρέφη σε ζευγάρια εν αγνοία των βιολογικών γονιών, ο άλλος καρπωνόταν χρήματα του στρατού, εκείνη χτυπούσε το κοριτσάκι που υιοθέτησε από την Αφρική. Ανθρωποι του Θεού και της Καθολικής εκκλησίας, παλιάς και «νέας». Οι οποίοι, αντί να κατηγορηθούν ανοιχτά και να καταδικαστούν, να φυλακιστούν, εκθέτοντας έτσι την Εκκλησία, τοποθετούνται σε σπίτια-κρυφές φυλακές, όπου ζητούν συγχώρεση, ή απλώς στοιχηματίζουν σε σκυλιά. Παλιά εγκλήματα, νέες τιμωρίες.
Ο Πάμπλο Λαραΐν, μετά το πολιτικό κατηγορώ του «Όχι», στρέφεται εναντίον της διαιώνισης της Καθολικής «άφεσης αμαρτιών», με τρόπο μαύρο όσο η πιο σκοτεινή συνείδηση ​​και κυνικά χιουμοριστικό, όσο χρειάζεται για ν ‘αντέξεις να πεις και ν’ ακούσεις. «Ο Θεός είδε ότι το φως ήταν καλό και το χώρισε από το σκοτάδι», παραθέτει ο Λαραΐν τη Γένεση στην αρχή της ταινίας. Μόνο που όπως ο Θεός δεν μπόρεσε, έτσι κι η εκκλησία δεν μπορεί: σκοτάδι είναι τα πάντα και το φως τυφλώνει.
Η νέα Καθολική εκκλησία, του Πάπα Φραγκίσκου και της μοντέρνας σκέψης, έρχεται μέσα στην ταινία με «αγγελιοφόρο». Οταν ένα θύμα της σεξουαλικής βίας ενός από τους κατοίκους του σπιτιού απειλήσει να φέρει την αλήθεια του «τακτοποιημένου» σπιτικού στην επιφάνεια, ένας Ιησουίτης ιερέας – ψυχαναλυτής μπαίνει στην κατοικία και ξεκινά μια έρευνα, σαν ντετέκτιβ, για να ξεσκεπάσει το κακό και, μετά, να το σκεπάσει πιο αποτελεσματικά, πιο περιποιημένα, με σύγχρονα άλλοθι και «θεραπείες». Τα εγκλήματα δεν μπορούν ν ‘αποκαλυφθούν στον κόσμο, γιατί αυτό θα θέσει σε κίνδυνο την Εκκλησία. Αυτό που χρειάζεται να γίνει, είναι απλώς να βρεθεί μια άλλου είδους, πιο μοντέρνα, μετάνοια.
Ο Λαραΐν σκηνοθετεί την ταινία του, ήδη πρόταση της Χιλής για το Ξενόγλωσσο Οσκαρ, με την πομπώδη υφή των ίδιων των παθών της Εκκλησίας: δραματική μουσική, έντονα ξεσπάσματα, προσποίηση, ειρωνία, πρωινά πλάνα με φως θαμπό, όπου τίποτα δε φαίνεται ξεκάθαρα, νυχτερινά πλάνα όπου όλα και όλοι δείχνουν το πρόσωπό τους, στο σκοτάδι. Γιατί το φως και το σκοτάδι δε χωρίζονται, είναι ένα. Οπως και η παλιά Καθολική Εκκλησία με τη Νέα, δε χωρίζονται, η μια γέννησε την άλλη που την περιποιείται σα μητέρα. Η «καταγγελία» της ταινίας είναι εκκωφαντική, κατά στιγμές υπερβολικά παθιασμένη, σε μια καθολική απόρριψη, ντυμένη με σάτιρα. Κι αν το μέτρο της ξεφεύγει κατά στιγμές, το αποτέλεσμα είναι απόλυτα πετυχημένο: με την προτεινόμενη τιμωρία, κάθε αμαρτία ξεπλένεται. Το ζήτημα είναι ποιος επιβάλλει την τιμωρία. Δυναμικός σκηνοθέτης, τολμηρός στο σενάριο και στην εικόνα του, ο Λαραΐν δε διστάζει να ρίξει όλους του τούς ήρωες στην κόλαση. Χωρίς σωτηρία. Αλλά με ένα αιχμηρό σινεμά, έτοιμο για πυρετώδεις συζητήσεις και βραβεία. (FLIX)
Φοίβος ​​Κρομμύδας – Popaganda: Μια από τις ταινίες που κέντρισαν το ενδιαφέρον του κοινού στις Νύχτες Πρεμιέρας φέτος ήταν η Μυστική Λέσχη (El Λέσχη) του Pablo Larrain. Η στροφή του ενδιαφέροντος προς τη μεριά του ήταν αναμενόμενη αν αναλογιστούμε ότι είναι ο ίδιος σκηνοθέτης που το 2012 κριτίκαρε με κεφάτο τρόπο τη δικτατορία του Πινοσέτ στη Χιλή, οπότε όσες προσδοκίες περί άλλης μιας ψυχαγωγικής αλλά πολυεπίπεδης ταινίας θεωρούνται δικαιολογημένες. Είναι και πρόσφορο το έδαφος για μια σουρεαλιστική κριτική στη θρησκεία, οπότε ίσως να τον δούμε να οργιάζει. Ήταν, όμως, ευχάριστη σαν εμπειρία?
Μιλώντας προσωπικά και δεδομένων των δικών μου σημείων ανοχής, όχι, δεν τη θεώρησα ούτε λεπτό ως κάτι που θα έβλεπα για ποιοτικό μα συνάμα εύληπτο κινηματογράφο. Μπορεί να αναγνωρίζω τις γενναίες δόσεις μαύρου χιούμορ με τις οποίες έθρεψε το σενάριό του, αλλά θεωρώ πως είναι μια εμπειρία που συναισθηματικά και νοηματικά σε καταβάλλει. Προσφέρει άπλετο κυνισμό σχετικά με τη φύση της θρησκείας και της πίστης και δε συγχωρεί κανέναν. Μα κανέναν. Και όσες εμπνευσμένες ατάκες και αν υπάρχουν για να δίνουν στιγμές σχεδόν ευχάριστες, ο κόσμος δε θα σταματήσει ποτέ κατά τη διάρκεια της μέρας να είναι τυλιγμένος σε αυτό το σχεδόν βρετανικό γαλάζιο της θολής ομίχλης, το οποίο αντικαθίσταται από τα άσχημα κίτρινα νυχτερινά φώτα και το άρρωστο χρώμα που εκπέμπουν.
Σε ολόκληρη τη διάρκεια της ταινίας, το στοιχείο της πρόκλησης δε σταματά να υφίσταται. Και όσο αστεία ακούγεται στην αρχή της ταινίας μια αρκούντως περιγραφική κραυγή με θέμα την παιδεραστική περίπτυξη, όσο περνάνε τα λεπτά και οι ιστορίες βγαίνουν στη φόρα, τόσο αρχίζουν να ενοχλούν με την ανατριχιαστική τους φύση. Δε βοηθά σχεδόν καθόλου, επίσης, το γεγονός πως οι συγκεκριμένοι χαρακτήρες δε δείχνουν να έχουν καμία διάθεση μετάνοιας σε σχέση με τα πεπραγμένα τους και τα μόνα κριτήρια που τους οδηγούν στο ευλαβές φαίνεσθαι (γιατί για το είναι ούτε λόγος) είναι απόλυτα ιδιοτελή. Από την άλλη, οι απόλυτα ευλαβείς και βασανισμένοι άνθρωποι, δε βγαίνουν ποτέ ασπροπρόσωποι, συνεχίζοντας να αποτελούν θύματα καταδίωξης τόσο από τον περίγυρο όσο και από τον ίδιο τους τον εαυτό. Όταν, δε, πλησιάζουμε στο τέλος, εκεί είναι που θα περάσουμε στον απόλυτο ζόφο. Που η όποια ελπίδα για δικαιοσύνη θα αρχίσει να εκλείπει. Και έστω ότι υπάρχει μια δόση νέμεσης στο τέλος, δε θα είναι αρκετή ώστε να φωτίσει τις θαμπές ακτές της παραθαλάσσιας πόλης. Η μουσική του Arvo Part πρώτη φορά ακούγεται τόσο ειρωνικά χρησιμοποιημένη, το σημαινόμενό της τόσο αντεστραμμένο σε σχέση με το τι πραγματικά πρεσβεύει.
Επιπλέον, οι βασικοί χαρακτήρες, παρά την έλλειψη ρεαλισμού που τους διακρίνει, δε σταματούν να είναι ολοκληρωμένοι, έστω στο βαθμό των συμβόλων που αντιπροσωπεύουν. Οι λιποτάκτες (εκτός του ενός που είναι χτυπημένος από άνοια) είναι πραγματικά καθάρματα -με επιφύλαξη για τον Πάτερ Vidal, ο οποίος ενδεχομένως να είναι ο άνθρωπος που ήλπιζε να βρει καταφύγιο και τελικά αφομοιώθηκε- και όχι καρικατούρες. Ο Γκαρσία εκπροσωπεί την υποθετικά πραγματική όψη της θρησκείας, όπως θα έπρεπε να είναι, ενώ ο Sandokan ξεκινά ως ο σαλός αποδιοπομπαίος τράγος που αναζητά την κάθαρση, για να αφήσει υπόνοιες ένταξης σε ένα σύστημα που αρχικά του προκαλούσε προβλήματα. Εξαιρετικά ερμηνευμένοι, δίνουν σάρκα και οστά στο σουρεαλιστικό σύμπαν που αναρωτιέται σχετικά με την πραγματική φύση της θρησκείας. Που εντάσσει με βλάσφημη αλλά ταιριαστή και ίσως γνήσια θρησκευτική διάθεση παραλλαγές εικόνων όπως της Πιετά στο σύμπαν του.
Θα την ξαναέβλεπα? Πιθανότατα όχι, η μια φορά ήταν υπεραρκετή προκειμένου να αφήσει το στίγμα της και να εκκινήσει το ρου του στοχασμού που επιδιώκει. Ωστόσο, αυτό δε σημαίνει πως ενδεχομένως κάποιος άλλος θα εξακολουθεί να την αναζητά ακόμα και μετά το τέλος της. Ίσως η καλύτερη μέχρι στιγμής του Larrain, με επιφύλαξη. (POPAGANDA)

 

 

 

Comments

Leave a Reply

Your email address will not be published.

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

Unable to load the Are You a Human PlayThru™. Please contact the site owner to report the problem.

social network social network social network